Ξεσκόνιζα της παλιές μου σκέψεις σήμερα.
Με τρώγανε τα σωθικά χρόνια τώρα. Δεν μπορούσα να καταλάβω γιατί με γαργαλουσαν συνέχεια το μυαλό οι εικόνες, σκέψεις, θυμός και άλλα τέτοια.
Προσπάθησα αρκετές φορές να τις βάλω σε μια τάξη αλλά πάντα, σαν άτακτες που ήταν, χόρευαν στο μυαλό μου χωρίς σειρά, χωρίς ρυθμό.
Λες και κάποιος τις έδωσε το δικαίωμα του ελέγχου επάνω μου.
Δεν πάει πολύς καιρός που ξανάμπλεξα μαζί τους.
Στην προσπάθεια να δώσω ένα τέλος, κατάλαβα ότι, ότι και να κάνεις δεν μπορείς να τακτοποιησεις τα πράγματα της παλιάς σου ντουλάπας όσο και να προσπαθήσεις.
Λίγο θα φταίει το πόμολο, λίγο τα ράφια, λίγο οι κρεμάστρες. Εκείνες οι κρεμάστρες που αρκετές φορές φαντάστηκα ότι θα με έπνιγαν στον ύπνο μου σαν τις ενοχές και τις τύψεις που έρχονται στις πιο ακατάλληλες ώρες απροσκάλεστες. Και σαν κι εκείνο το παλιό παντζούρι που πάντα κάνει εκνευριστικό ήχο την ώρα που προσπαθείς να αγαλιασεις περιμένοντας την μεγάλη συνάντηση με τον Μορφέα.
Κάπως έτσι ήταν οι σκέψεις μου. Ρούχα πεταμένα στην ντουλάπα, εκνευριστκοί θόρυβοι, και γενικώς μια ακαταστασία να πολιορκεί μια μικρή έκταση του Νου μου και κατ επέκταση της ψυχής μου.
Δεν θα 'χα πολλές επιλογές τότε, σκέφτηκα. Ήμουν σε ένα δρόμο χωρίς οδηγό, χωρίς χάρτη. Δεν θα μπορούσα να κάνω κάτι καλύτερο χωρίς καθοδήγηση πάρα μόνο να κοιτάζω να ψάχνω την σωστή έξοδο.
Ίσως όλα αυτά να ήταν απλά ένα ψέμα. Όμως ακόμα και τα ψέματα έχουν μια δόση πικρής αλήθειας. Δεν ξέρω. Όσο και να το σκέφτομαι, θέλω να πιστεύω ότι βρήκα την έξοδο. Την σωστή φυσικά.
Κι όσο για την ντουλάπα, έκλεισα μέσα στο σκοτάδι τα σκονισμένα και ακατάστατα ρούχα μου σφραγίζοντας τα απλά με την πόρτα. Έτσι για την αλητεία 😉