StatCounter

Wednesday, October 21, 2015

Οι εφιάλτες της παγωνιάς


Φεύγοντας, 
πήρες και 'κείνη την δόση 
γέλιου που είχες, 
μεγαλώνοντας  την ερημιά...

Οι αποστάσεις πλέον, 
μετριούνται από ένα 
σταματημένο ρολόι τοίχου 
που θωρώ μέσ την ακινησία μου. 

Να μετράω τα λεπτά 
όταν δεν υπάρχει ένδειξη 
ότι ζουν, 
και να κοιτάζω 
το πόμολο της πόρτας 
μπας και κουνηθεί. 

Η παγωνιά του σπιτιού, 
ήρθε και πάλι να με ζώσει 
σήμερα το βράδυ.

 Όπως ο χειμώνας που είναι 
πάντα στην ώρα του. 
Δεν τον νοιάζει,  
που ο χρόνος σταμάτησε 
εδώ και καιρό, 
γιατι δεν γνωρίζει από ρολόγια... 

Γι αυτόν,  
σαν κύριος που είναι, 
δεν με ξέχασε. 

Ήρθε με το κρύο 
να με κρατησει παρέα 
για να μου θυμίζει την απουσία σου, 
και να κρατάω μακριά 
τους εφιάλτες 
που θέλανε 
να σε κλέψουν από μένα. 

Εσύ, 
το μόνο που έκανες, 
ήταν να κλείσεις τα μάτια 
και να φύγεις.... 

Τα πανιά της ψυχής...


Κουράστηκε η ψυχή... 

Σαν ένα γέρικο σκαρί 
προσπαθεί 
να αμολήσει πανιά 
στα ασύνορα πέλαγα... 
Στις αχόρταστες πεθυμιές...
Στα νέα αραξοβόλια με 
τα ανυπάκουα κύματα... 

Την στεριά 
μήτε αφήνει 
να χαθεί πια 
απ το βλέμμα της... 
και δειλά την θωρεί, 
λες και θα ξεμπαρκάρει 
κοντοστάζοντας 
του καπετάνιου το καπέλο 
στην σάλα του αρχοντικού της,
αγναντευοντας
 τις μακρινές φουρτούνες 
μέσα απ τα διάπλατα 
ανοιχτά παντζούρια
 της κάμαρής της 
και να τις νοσταλγεί.

Απείθαρχο πλάσμα 
η ψυχή φίλε μου...

Μα γονατίζει...