Ηλιοκαμένο κορμί, μαυριδερό να το χαϊδεύει η ζεστάδα της νύχτας,
και οι καμπύλες της, να ατενίζουν στην καμαρά της τον χτύπο της καρδιάς,
σαν μυριάδες άλογα που καλπάζουν για να έρθουν στο γεφύρι
δίπλα στο ποτάμι για να ξαποστάσουν με μιας γουλιάς νερό ....
Δεν ξέρω πώς, δεν ξέρω πού, δεν ξέρω πότε, όμως τα βραδιά
ReplyDeleteκάποιος κλαίει πίσω από την πόρτα
κι η μουσική είναι φίλη μας – και συχνά μέσα στον ύπνο
ακούμε τα βήματα παλιών πνιγμένων ή περνούν μες
στον καθρέφτη πρόσωπα
που τα είδαμε κάποτε σ’ ένα δρόμο η ένα παράθυρο
και ξανάρχονται επίμονα
σαν ένα άρωμα απ’ τη νιότη μας – το μέλλον είναι άγνωστο
το παρελθόν ένα αίνιγμα
η στιγμή βιαστική κι ανεξήγητη.
Οι ταξιδιώτες χάθηκαν στο βάθος
άλλους τους κράτησε για πάντα το φεγγάρι
οι καγκελόπορτες το βράδυ ανοίγουνε μ’ ένα λυγμό
οι ταχυδρόμοι ξέχασαν το δρόμο
κι η εξήγηση θα ‘ρθει κάποτε
όταν δεν θα χρειάζεται πια καμία εξήγηση
Α, πόσα ρόδα στο ηλιοβασίλεμα – τι έρωτες Θέε μου, τι ηδονές
τι όνειρα,
ας πάμε τώρα να εξαγνιστούμε μες στη λησμονιά.
Περιμενοντας το βραδυ-Τασος Λειβαδιτης
"Μες στα καστανά της τα μάτια
Deleteμία θάλασσα ανοιχτή
μες στην αγκαλά της ο ήλιος
να γιατρεύει κάθε πληγή.
Κι από τα μαλλιά της πλεξούδες
να ζεσταίνουν κάθε διαβάτη
που `χει ξαποστάσει πάνω στο σταρένιο της κορμί
κι έχει αποκοιμηθεί.
Θέλω μες στα δυο της μάτια να κοιτάζω
μες στα δυο της μάτια να κοιτάζω".....
Γ. Γκικοδημας