"Με μιαν ανάσα
γυροφέρνω τις χαμένες μου ελπίδες",
μου ´πες.
"Στης ανθρωπιάς την γειτονιά οι αιώνιοι οχτροί παλεύουν με τα θέλω μου",
μου ´πες.
"Μην τους μαλώσεις όμως,
θα δεις, φίλοι θα γενούν,
θα αγαπηθούν και θα μονιάσουν" ...
Μα εγώ, δεν σου ´πα τίποτες,
απλά σε κοίταξα.
Σε κοίταξα θαρρείς κι 'σουνα η Ελπίδα,
αυτήν που λες οτι έχασες
και δεν την βρίσκεις.
Χαμήλωσες τα μάτια σου στην γης,
και σκοτάδιασαν του ουρανού τα αστέρια,
και ψιθύρισες κι είπες:
"μα ... Εγώ θέλω εσένα.
Θέλω να γενώ τα δυό σου μάτια που κοιτούν, τα δυό σου χείλη που φιλούν,
εσύ και ´γω να γένουμε ενα".
Τις άκρες των μαλλιών σου,
ήρθαν και χαϊδέψανε τα δάχτυλά μου. Κυματιστά και λαμπερά, να μιλούν και να γελούν της μοίρας τα σημάδια,
κάθομαι σιμά σου και σου λέγω:
"Εγώ θα ´μαι η Ελπιδα που ζητάς",
και σήκωσες τα ματια.
"Εγώ, θα γένω ο δρόμος που πατάς,
´συ θα γνέφεις και θα πλέκεις της ζωής τα απόκρυφα μέσα σου κρυμμένα.
Γυναίκα θα ´σαι θηλυκή, μελλοντική Μητέρα, με παιδιά αμέτρητα θα κάθεσαι να μπλέκεις".
Στέκεις και θωρείς
ότι προστάζοντας σε είπα.
Και Μονομιάς τα μπράτσα μου σε αρπάξανε.
Η μέση σου σπαστή και αφηρημένη,
σκύβει και δείχνει τον λαιμό,
όπου ´κείνη την στιγμη, δίψαγε για χείλη.
"Δίψα να μην σε τρώει αλλο",
και σου ´δωσα τα χείλη, κι αστραπή που εβρόντηξε, ορμή και πάθος βγήκε.
Χορτάρι άπλωσε η γης,
κρεβάτι στην Ελπίδα,
εσύ κι ´γώ ένα γενήκαμε
και ξεπρόβαλε το αστέρι,
σαν οδηγός αυτό,
στα βήματα σου να πορεύεσαι,
σαν ανάσα ξαμολυμένη,
αφημένη να πλανάται στην καμαρή σου
κάτω απο τα σεντόνια
που μοσχομυρίζουν
την ιδωμένη σου ανάσα ....
για να ανασαίνεις τις χαμένες σου ελπίδες ....
No comments:
Post a Comment